"Αν οι θεοί και οι ελπίδες μας δεν είναι παρά επιστημονικά φαινόμενα, τότε ας παραδεχτούμε ότι και η αγάπη μας είναι επιστημονική."
Η L’Ève future λειτουργεί ως ένα από τα πρώτα μεγάλα αρχετυπικά κείμενα της νεωτερικής φαντασίας γύρω από το τεχνητό ον, όχι τόσο ως τεχνολογικό επίτευγμα, αλλά ως φιλοσοφικό πρόβλημα. Αυτή ακριβώς η διάσταση τη συνδέει οργανικά με το Ghost in the Shell 2: Innocence (2004) του Mamoru Oshii και με ένα ευρύ φάσμα μεταγενέστερων έργων λογοτεχνίας και κινηματογράφου.
Το Ghost in the Shell προχωρά σε άμεσες αναφορές στο L’Ève future που λειτουργούν ως ερμηνευτικά κλειδιά της ταινίας. Ο Oshii δεν «δανείζεται» απλώς ιδέες· ενσωματώνει τον Villiers ως θεμελιακό υπόστρωμα του φιλοσοφικού του κόσμου. Η πιο εμφανής και συχνά αναγνωρισμένη αναφορά είναι το όνομα Hadaly, το οποίο στο L’Ève future ανήκει στην τεχνητή γυναίκα–android που κατασκευάζει ο Edison. Στο Innocence, το όνομα αυτό επανεμφανίζεται ως εμπορική ονομασία των gynoids της Locus Solus. Η επιλογή δεν είναι διακοσμητική: η Hadaly του Villiers ήταν ένα ον σχεδιασμένο ώστε να ενσαρκώνει το ιδεώδες της ανδρικής επιθυμίας, απογυμνωμένο από απρόβλεπτη εσωτερικότητα. Οι gynoids του Oshii υπηρετούν ακριβώς την ίδια λογική, αλλά σε βιομηχανική κλίμακα. Εκεί όπου ο Villiers παρουσίαζε μια μοναδική, σχεδόν «ιερή» κατασκευή, το Innocence δείχνει τη μαζικοποίηση του ίδιου φαντασιακού.
Ακόμη πιο καθοριστική είναι η αυτούσια παράθεση αποσπάσματος από το L’Ève future στην εισαγωγή της ταινίας. Το απόσπασμα λειτουργεί ως προγραμματική δήλωση. Ο Oshii τοποθετεί τον θεατή εξαρχής μέσα σε ένα φιλοσοφικό πλαίσιο όπου το τεχνητό σώμα δεν είναι απλώς αντικείμενο τεχνολογικής ανάλυσης, αλλά φορέας μεταφυσικού άγχους. Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι το συγκεκριμένο απόσπασμα αφορά την κούκλα ως οριακό ον: κάτι που μοιάζει ζωντανό χωρίς να είναι, και που ακριβώς γι’ αυτό προκαλεί τόσο έλξη όσο και τρόμο. Στο Innocence, αυτή η ιδέα διαχέεται σε όλη την ταινία: οι gynoids αυτοκτονούν, δολοφονούν, «υποφέρουν», χωρίς να είναι σαφές αν πρόκειται για σφάλμα λογισμικού ή για τραύμα συνείδησης. Η αναφορά στον Villiers λειτουργεί έτσι ως θεωρητική άδεια να τεθεί το ερώτημα χωρίς να δοθεί απάντηση. Και στα δύο έργα, το τεχνητό θηλυκό σώμα λειτουργεί ως μεταφυσικός καθρέφτης της ανθρώπινης έλλειψης, όχι ως υπέρβασή της. Η ίδια η εμμονή του Innocence με την παράθεση φιλοσοφικών και λογοτεχνικών αποσπασμάτων μιμείται τη ρητορική στρατηγική του L’Ève future, όπου η αφήγηση συχνά διακόπτεται από στοχαστικές παρεκβάσεις. Ο Oshii, ακολουθώντας αυτή την παράδοση, μετατρέπει την ταινία σε ένα υβρίδιο δοκιμίου και αφήγησης.
Αυτή η γραμμή συνεχίζεται σε έργα όπως το Blade Runner (1982) και το Blade Runner 2049, όπου οι replicants επαναδιατυπώνουν το ερώτημα της Hadaly: αν η μνήμη, το συναίσθημα και το σώμα μπορούν να κατασκευαστούν, τότε τι καθιστά το ανθρώπινο αυθεντικό; Ομοίως, στο Her (2013), η φωνητική AI δεν έχει σώμα, αλλά επιτελεί τον ίδιο ρόλο: είναι ένα ιδεατό αντικείμενο επιθυμίας που τελικά αποκαλύπτει την ασυμμετρία της σχέσης ανθρώπου–τεχνητού όντος.
Στη λογοτεχνία, η επίδραση του Villiers είναι εμφανής στον Philip K. Dick, όπου η διάκριση μεταξύ έμψυχου και άψυχου καταρρέει συστηματικά, αλλά και στον Kazuo Ishiguro (Never Let Me Go), όπου τα τεχνητά όντα δεν είναι απειλή, αλλά τραγικές φιγούρες ενός κόσμου που τα χρειάζεται ακριβώς επειδή δεν θέλει να αντιμετωπίσει την ανθρώπινη ευθύνη.
Κοινός παρονομαστής όλων αυτών των έργων είναι η μετατόπιση από το «μπορούμε να δημιουργήσουμε ζωή;» στο «μπορούμε να αντέξουμε τις συνέπειες αυτής της δημιουργίας;». Το L’Ève future δεν είναι απλώς πρόδρομος της επιστημονικής φαντασίας· είναι ένα θεμέλιο της μεταφυσικής δυσπιστίας που διαπερνά τον σύγχρονο κινηματογράφο και τη λογοτεχνία του μεταανθρώπινου.
Μετάφραση και ανάγνωση Γρηγόριος Καλογιάννης
Η ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με όρους Creative Commons BY-NC (αναφορά σε δημιουργούς - μη εμπορική χρήση).